418 αποτελέσματα για «有»
有口湖 ゆうこうこ
ουσιαστικό
- 01 εξωρροϊκή λίμνη, ανοιχτή λίμνη
有蹄動物 ゆうていどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 οπληφόρο, ζώο με οπλές
有棘細胞癌 ゆうきょくさいぼうがん
ουσιαστικό
- 01 ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα, πλακώδες καρκίνωμα
有婦 ゆうふ
ουσιαστικό
- 01 έγγαμος, αυτός που έχει σύζυγο
有料版 ゆうりょうばん
ουσιαστικό
- 01 πληρωμένη έκδοση (λογισμικού, κ.λπ.)
有償版 ゆうしょうばん
ουσιαστικό
- 01 έκδοση επί πληρωμή (λογισμικού κ.λπ.)
有識者会議 ゆうしきしゃかいぎ
ουσιαστικό
- 01 ομάδα ειδικών, συμβουλευτική επιτροπή
有機薄膜太陽電池 ゆうきはくまくたいようでんち
ουσιαστικό
- 01 οργανικό φωτοβολταϊκό λεπτού υμενίου, πλαστικό φωτοβολταϊκό
有限責任事業組合 ゆうげんせきにんじぎょうくみあい
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, επιχειρηματική σύμπραξη περιορισμένης ευθύνης, LLP
有症者 ゆうしょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 συμπτωματικός, άτομο που παρουσιάζει συμπτώματα (π.χ. λοιμώδους νόσου), άτομο με ύποπτη λοίμωξη
有機農産物 ゆうきのうさんぶつ
ουσιαστικό
- 01 βιολογικά γεωργικά προϊόντα
有限会社法 ゆうげんがいしゃほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης
有標 ゆうひょう
ουσιαστικό
- 01 σημασμένος
有害ガス ゆうがいガス
ουσιαστικό
- 01 επιβλαβές αέριο, τοξικό αέριο, δηλητηριώδες αέριο
有機ガス ゆうきガス
ουσιαστικό
- 01 οργανικός ατμός, οργανικό αέριο
有害性 ゆうがいせい
ουσιαστικό
- 01 επιβλαβότητα, τοξικότητα
有声両唇閉鎖音 ゆうせいりょうしんへいさおん
ουσιαστικό
- 01 ηχηρό διχειλικό κλειστό σύμφωνο, ηχηρό διχειλικό στιγμιαίο σύμφωνο
有声両唇破裂音 ゆうせいりょうしんはれつおん
ουσιαστικό
- 01 ηχηρό χειλικό κλειστό σύμφωνο, ηχηρό αμφίχειλο κλειστό σύμφωνο
有機フッ素化合物 ゆうきフッそかごうぶつ
ουσιαστικό
- 01 οργανική ένωση φθορίου
有段 ゆうだん
ουσιαστικό
- 01 κατέχω βαθμό νταν (στις πολεμικές τέχνες, στο γκο, κ.λπ.)