395 αποτελέσματα για «特»

特定少年 とくていしょうねん

ουσιαστικό

  1. 01 18χρονοι και 19χρονοι (νομικά ενήλικες, αλλά καλυπτόμενοι από τον Νόμο περί Ανηλίκων του 2022)
特例的 とくれいてき

επίθετο

  1. 01 ιδιαίτερος, εξαιρετικός, ασυνήθιστος
特濃 とくのう

άλλο

  1. 01 υψηλής συγκέντρωσης, παχύρρευστος, πλούσιος, έντονος
特定排出者 とくていはいしゅつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός εκπέμπων, καθορισμένος εκπέμπων, οργανισμός που υποχρεούται να αναφέρει τα επίπεδα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου
特性時間 とくせいじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτηριστικός χρόνος, (εκτίμηση του) τυπικού χρόνου αντίδρασης κ.λπ.
特装版 とくそうばん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικά δεμένη έκδοση
  2. 02 έκδοση (ενός βιβλίου μάνγκα κ.λπ.) που περιλαμβάνει κάποιο επιπλέον αντικείμενο (π.χ. φυλλάδιο, παιχνίδι, CD)
特守 とくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εντατική προπόνηση στην άμυνα
特発性過眠症 とくはつせいかみんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοπαθής υπερυπνία
特定障害者 とくていしょうがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικά άτομα με αναπηρία, άτομα με σοβαρές αναπηρίες που επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινή τους ζωή
特記事項 とっきじこう

ουσιαστικό

  1. 01 σημεία που χρήζουν ιδιαίτερης αναφοράς
特殊清掃 とくしゅせいそう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός καθαρισμός και απολύμανση (κυρίως μετά από ατύχημα ή θάνατο), καθαρισμός βιολογικού κινδύνου, καθαρισμός σκηνής εγκλήματος
特別捜査官 とくべつそうさかん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός πράκτορας, ειδικός ανακριτής
特権昇格 とっけんしょうかく

ουσιαστικό

  1. 01 κλιμάκωση προνομίων
特定健康診査 とくていけんこうしんさ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός ιατρικός έλεγχος, δωρεάν πρόγραμμα προληπτικού ιατρικού ελέγχου που στοχεύει στην πρόληψη ασθενειών που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής για κατοίκους ηλικίας 40-74 ετών
特定診査 とくていしんさ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός ιατρικός έλεγχος, δωρεάν πρόγραμμα προληπτικού ιατρικού ελέγχου που στοχεύει στην πρόληψη ασθενειών που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής για κατοίκους ηλικίας 40-74 ετών
特用 とくよう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική χρήση
特用作物 とくようさくもつ

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανική καλλιέργεια, μη εδώδιμη καλλιέργεια
特定機能病院 とくていきのうびょういん

ουσιαστικό

  1. 01 νοσοκομείο ειδικής λειτουργίας (κατηγορία νοσοκομείων που παρέχουν εξαιρετικά προηγμένη ιατρική φροντίδα), νοσοκομείο προηγμένης θεραπείας
特許権者 とっきょけんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας, κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας
特許権使用料 とっきょけんしようりょう

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα χρήσης διπλώματος ευρεσιτεχνίας