706 αποτελέσματα για «生»

生活困窮者 せいかつこんきゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που βρίσκεται σε οικονομική ένδεια, άτομο που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες
生データ なまデータ

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστα δεδομένα
生チョコレート なまチョコレート

ουσιαστικό

  1. 01 μείγμα σοκολάτας, κρέμας γάλακτος και αλκοόλ, που χρησιμοποιείται σε τρούφες, γκανάζ κ.λπ.
生涯学習 しょうがいがくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δια βίου μάθηση
生者必滅 しょうじゃひつめつ

ουσιαστικό

  1. 01 όλα τα έμβια όντα είναι θνητά
生麩 なまふ

ουσιαστικό

  1. 01 ναμαφού, σιταρένια γλουτένη αναμεμειγμένη με ρυζάλευρο και ατμισμένη σε μεγάλα κομμάτια
生き身 いきみ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανό σώμα, σάρκα και οστά
  2. 02 φρέσκο ψάρι
生ライブ なまライブ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή μετάδοση
生活の資 せいかつのし

ουσιαστικό

  1. 01 μέσο διαβίωσης
生き腐れ いきぐされ

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρι που φαίνεται φρέσκο ενώ στην πραγματικότητα έχει χαλάσει
生活信条 せいかつしんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοσοφία ζωής
生活不安 せいかつふあん

ουσιαστικό

  1. 01 ανησυχία (αβεβαιότητα, ανασφάλεια, αναστάτωση) για τη ζωή (το μέλλον) κάποιου
生日 せいじつ

ουσιαστικό

  1. 01 γενέθλια
生日 いくひ

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερή ημέρα, ημέρα εορτασμού
生絹 すずし

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόντα από ακατέργαστο μετάξι
生絹 きぎぬ

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστο μετάξι (ύφασμα)
生息環境 せいそくかんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιότοπος
生活振り せいかつぶり

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ζωής
生玉 いくたま

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρα μακροζωίας (πολύτιμος λίθος που προσφέρει στον κάτοχό του μακρά ζωή)
生き方 いきかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ζωής, τρόπος για να ζει κανείς