1019 αποτελέσματα για «自»

自分事 じぶんごと

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικό ζήτημα, προσωπική υπόθεση
自然史 しぜんし

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική ιστορία
自然状態 しぜんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική κατάσταση
自撮り棒 じどりぼう

ουσιαστικό

  1. 01 κοντάρι για σέλφι
自立型 じりつがた

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόνομος
自校 じこう

ουσιαστικό

  1. 01 το σχολείο κάποιου, το σχολείο στο οποίο φοιτά ή εργάζεται κανείς
  2. 02 σχολή οδηγών
自己顕示 じこけんじ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοπροβολή, έκθεση του εαυτού (επιδίωξη της προσοχής των άλλων), προώθηση των δικών μου συμφερόντων
自由詩 じゆうし

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερος στίχος
自家撞着 じかどうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοαναίρεση, λογική αντίφαση
自己抑制 じこよくせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοσυγκράτηση, αυτοέλεγχος, αποχή
自由契約 じゆうけいやく

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερη συμβασιοποίηση, ελεύθερο συμβόλαιο, ελεύθερη δέσμευση
  2. 02 ελεύθερος επαγγελματίας
自然観 しぜんかん

ουσιαστικό

  1. 01 αντίληψη για τη φύση
自足 じそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτάρκεια, ικανοποίηση από τον εαυτό
自然美 しぜんび

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική ομορφιά
自転周期 じてんしゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος περιστροφής
自然観察 しぜんかんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 παρατήρηση της φύσης
自傷癖 じしょうくせ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοτραυματισμός, τάση για αυτοτραυματισμό
自助 じじょ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοβοήθεια, αυταπάρκεια
自重 じじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ίδιο βάρος (άφορτου) οχήματος, νεκρό φορτίο, απόβαρο
  2. 02 το βάρος κάποιου
自由勝手 じゆうかって

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ελεύθερος, ασύδοτος, κατά το δοκούν, αυθαίρετος