377 αποτελέσματα για «通»
通信制高校 つうしんせいこうこう
ουσιαστικό
- 01 λύκειο εξ αποστάσεως, λύκειο δι' αλληλογραφίας, διαδικτυακό λύκειο
通産大臣 つうさんだいじん
ουσιαστικό
- 01 υπουργός διεθνούς εμπορίου και βιομηχανίας
通り魔的 とおりまてき
επίθετο
- 01 τυχαίος (π.χ. επίθεση, φόνος), αδιάκριτος, απρόκλητος
通り魔殺人 とおりまさつじん
ουσιαστικό
- 01 τυχαία δολοφονία, δολοφονική μανία, αδιάκριτη θανάτωση
通り魔事件 とおりまじけん
ουσιαστικό
- 01 τυχαία επίθεση, αδιάκριτη επίθεση, τυχαία πράξη βίας
通信指令室 つうしんしれいしつ
ουσιαστικό
- 01 κέντρο επιχειρήσεων επικοινωνιών (για κλήσεις έκτακτης ανάγκης)
通信制 つうしんせい
ουσιαστικό
- 01 εξ αποστάσεως εκπαίδευση
通教 つうきょう
ουσιαστικό
- 01 εξ αποστάσεως εκπαίδευση, δι' αλληλογραφίας εκπαίδευση
通行区分 つうこうくぶん
ουσιαστικό
- 01 κατηγοριοποίηση λωρίδας κυκλοφορίας, διαχωρισμός κυκλοφορίας
通過料 つうかりょう
ουσιαστικό
- 01 τέλος διέλευσης, δικαιώματα υπερπτήσης
通勤カバン つうきんかばん
ουσιαστικό
- 01 τσάντα εργασίας, τσάντα που μεταφέρει κανείς στη δουλειά
通産統計協会 つうさんとうけいきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Ένωση Στατιστικών Διεθνούς Εμπορίου και Βιομηχανίας
通商産業研究所 つうしょうさんぎょうけんきゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 Ινστιτούτο Ερευνών Διεθνούς Εμπορίου και Βιομηχανίας
通信総合研究所 つうしんそうごうけんきゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 Ερευνητικό Εργαστήριο Επικοινωνιών, CRL
通信大隊 つうしんだいたい
ουσιαστικό
- 01 τάγμα διαβιβάσεων
通りゃんせ とおりゃんせ
ουσιαστικό
- 01 τοριάνσε (παιδικό τραγούδι της περιόδου Έντο)
通
- 01 κυκλοφορία
- 02 περνάω, διασχίζω
- 03 λεωφόρος
- 04 μετακινούμαι (για δουλειά ή σπουδές)
- 05 μετρητική λέξη (για επιστολές, σημειώσεις, έγγραφα κ.λπ.)