403 αποτελέσματα για «非»

非調和比 ひちょうわひ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάρμοστη αναλογία, διπλός λόγος
非遺伝子組み換え ひいでんしくみかえ

ουσιαστικό

  1. 01 μη γενετικά τροποποιημένος, μη ΓΤΟ
非ざる あらざる

άλλο

  1. 01 μη, όχι
非木材紙 ひもくざいし

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί χωρίς ξύλο, χαρτί από μη ξυλώδεις ίνες
非常ボタン ひじょうボタン

ουσιαστικό

  1. 01 κουμπί έκτακτης ανάγκης
非活用 ひかつよう

ουσιαστικό

  1. 01 μη κλίση, απουσία κλίσης
非居住者 ひきょじゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μη κάτοικος
非危険物 ひきけんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μη επικίνδυνο υλικό, μη επικίνδυνο εμπόρευμα
非課税品 ひかぜいひん

ουσιαστικό

  1. 01 αφορολόγητο είδος, μη φορολογητέα αγαθά
非武装化 ひぶそうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστρατιωτικοποίηση
非弾性散乱 ひだんせいさんらん

ουσιαστικό

  1. 01 ανελαστική σκέδαση
非対称鍵暗号 ひたいしょうかぎあんごう

ουσιαστικό

  1. 01 ασύμμετρη κρυπτογραφία, ασύμμετρο κρυπτογραφικό σύστημα
非戦 ひせん

ουσιαστικό

  1. 01 παραίτηση από τον πόλεμο, κήρυξη του πολέμου ως παράνομου
非ユークリッド空間 ひユークリッドくうかん

ουσιαστικό

  1. 01 μη ευκλείδειος χώρος
非の打ち所のない ひのうちどころのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αψεγάδιαστος, άμεμπτος, ακατηγόρητος, υπεράνω πάσης υποψίας, αλάνθαστος, τέλειος
非常米 ひじょうまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι έκτακτης ανάγκης
非白人 ひはくじん

ουσιαστικό

  1. 01 μη λευκός άνθρωπος
非破壊検査 ひはかいけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 μη καταστροφικός έλεγχος, μη καταστροφική δοκιμή
非局在化 ひきょくざいか

ουσιαστικό

  1. 01 αποτοπικοποίηση
非推奨 ひすいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 μη προτεινόμενος
  2. 02 αποδοκιμασμένος