50 αποτελέσματα για «丁»

丁々 ちょうちょう

επίρρημα

  1. 01 ήχος επαναλαμβανόμενων χτυπημάτων, γρονθοκόπημα, σύγκρουση, κροτάλισμα, κλικ (π.χ. από πέτρες του γκο)
丁々 とうとう

επίρρημα, άλλο

  1. 01 με έναν ήχο κοψίματος (ενός τσεκουριού), με έναν υπόκωφο θόρυβο (κατά το κάρφωμα πασσάλου στο έδαφος)
丁抹 デンマーク

ουσιαστικό

  1. 01 Δανία
丁卯 ひのとう

ουσιαστικό

  1. 01 χινοτόου (τέταρτος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, για παράδειγμα 1927, 1987, 2047)
丁未 ひのとひつじ

ουσιαστικό

  1. 01 πύρινο πρόβατο (44ο έτος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1907, 1967, 2027)
丁子油 ちょうじゆ

ουσιαστικό

  1. 01 γαριφαλτέλαιο
丁丑 ひのとのうし

ουσιαστικό

  1. 01 πύρινος βόδι (δέκατο τέταρτο στοιχείο του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1937, 1997, 2057)
丁香 ちょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 γαρύφαλλο (Syzygium aromaticum)
丁銀 ちょうぎん

ουσιαστικό

  1. 01 τσόγκιν (ασημένιο νόμισμα της περιόδου Έντο με σχήμα αγγουριού της θάλασσας)
丁酉 ひのととり

ουσιαστικό

  1. 01 πυρ και πετεινός (τριακοστός τέταρτος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1957, 2017, 2077)
丁巳 ひのとみ

ουσιαστικό

  1. 01 χινότομι (ο 54ος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, π.χ. 1917, 1977, 2037)
丁幾 チンキ

ουσιαστικό

  1. 01 βάμμα
丁種 ていしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο ακατάλληλο για στράτευση στον παλαιό ιαπωνικό στρατό (λόγω αποτυχίας στην ιατρική εξέταση κατάταξης), άτομο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για στρατιωτική θητεία
丁寧体 ていねいたい

ουσιαστικό

  1. 01 ευγενικό ύφος, ευγενικός τύπος της ιαπωνικής γλώσσας
丁字帯 ていじたい

ουσιαστικό

  1. 01 επίδεσμος σχήματος Τ
丁亥 ていがい

ουσιαστικό

  1. 01 τεϊγκάι (24ο έτος του σεξαγενή κύκλου, π.χ. 1947, 2007, 2067)
丁付け ちょうづけ

ουσιαστικό

  1. 01 σελιδοποίηση, αρίθμηση σελίδων
ちょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μετρητής για φύλλα βιβλίου (ειδικά σε βιβλία με παραδοσιακή ιαπωνική βιβλιοδεσία)
  2. 02 μετρητής για κομμάτια τόφου, μετρητής για μερίδες σε εστιατόριο
  3. 03 ζυγός αριθμός
  4. 04 τσο (μονάδα μήκους, περίπου 109,09 μέτρα)
丁字形定規 ていじけいじょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ταυ (εργαλείο τεχνικού σχεδίου)
丁数 ちょうすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός φύλλων (σε βιβλίο, ειδικά σε βιβλίο με παραδοσιακή ιαπωνική βιβλιοδεσία)
  2. 02 άρτιος αριθμός