28 αποτελέσματα για «丹»
丹朱 たんしゅ
ουσιαστικό
- 01 κιννάβαρι, βερμιγιόν
丹精込める たんせいこめる
άλλο, ρήμα
- 01 καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια, εργάζομαι με επιμέλεια και φροντίδα
丹碧 たんぺき
ουσιαστικό
- 01 κόκκινο και πράσινο
丹波海苔 たんばのり
ουσιαστικό
- 01 τάμπα-νόρι (είδος κόκκινου φυκιού)
丹紅 たんこう
ουσιαστικό
- 01 κόκκινος, βαθύς κόκκινος, πορφυρός
丹桂 たんけい
ουσιαστικό
- 01 χρυσή οσμανθία (Osmanthus fragrans)
丹唇 たんしん
ουσιαστικό
- 01 κόκκινα χείλη
丹
- 01 σκουριόχρωμος
- 02 κόκκινος
- 03 μίνιο
- 04 χάπι
- 05 ειλικρίνεια