33 αποτελέσματα για «乙»
乙未 きのとひつじ
ουσιαστικό
- 01 κινοτόχιτσουτζι (ο 32ος όρος του εξηκονταετούς κύκλου, για παράδειγμα 1955, 2015, 2075)
乙女桜 おとめざくら
ουσιαστικό
- 01 πρίμουλα (Primula malacoides)
乙夜 いつや
ουσιαστικό
- 01 δεύτερη νυχτερινή περίοδος (περίπου από τις 9 μ.μ. έως τις 11 μ.μ.)
乙巡 おつじゅん
ουσιαστικό
- 01 καταδρομικό δευτέρας κλάσης
乙姫海老 おとひめえび
ουσιαστικό
- 01 οτοχίμε-έμπι (Stenopus hispidus), γαρίδα των κοραλλιών, γαρίδα-μποξέρ
乙女子 おとめご
ουσιαστικό
- 01 κορίτσι, κοπέλα
乙仲 おつなか
ουσιαστικό
- 01 μεσίτης ναύλωσης (οργανώνει τον εκτελωνισμό και τις λεπτομέρειες αποστολής εμπορευμάτων), διαμεταφορέας
乙女百合 おとめゆり
ουσιαστικό
- 01 οτομεγιούρι (Lilium rubellum)
乙女孔雀 おとめくじゃく
ουσιαστικό
- 01 αντίαντο το Έντγουορθ (είδος παρθενόπτερου φτέρης)
乙女畦菜 おとめあぜな
ουσιαστικό
- 01 βακόπα η μοννιέριος, βράχμι, γκρατιόλα η θυμοειδής, ινδική πεντάνευρη (Bacopa monnieri)
乙欄 おつらん
ουσιαστικό
- 01 στήλη Β (π.χ. σε έντυπο), δεύτερη στήλη
乙なもの オツなもの
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κάτι αρκετά ιδιαίτερο, κάτι με μοναδική γοητεία
乙
- 01 δεύτερος, τελευταίος
- 02 αντίγραφο
- 03 παράξενος
- 04 πνευματώδης
- 05 ριζικό αγκίστρι (Νο 5)