38 αποτελέσματα για «互»

互譲 ごじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία παραχώρηση, διαλλακτικότητα, συμβιβασμός
互酬性 ごしゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαιότητα
互恵的利他主義 ごけいてきりたしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαίος αλτρουισμός
互用 ごよう

ουσιαστικό

  1. 01 χρησιμοποιώ από κοινού, χρησιμοποιώ εναλλάξ
互い違いに たがいちがいに

επίρρημα

  1. 01 εναλλάξ
互譲的 ごじょうてき

επίθετο

  1. 01 συμβιβαστικός
互恵条約 ごけいじょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία συνθήκη, συνθήκη αμοιβαιότητας
互恵貿易 ごけいぼうえき

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαίο εμπόριο
互恵関税 ごけいかんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαιικός δασμός
互換テスト ごかんテスト

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος συμβατότητας, δοκιμή διαλειτουργικότητας
互酬 ごしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαιότητα
互換モード ごかんモード

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση συμβατότητας
互角稽古 ごかくけいこ

ουσιαστικό

  1. 01 προπόνηση μεταξύ συμμετεχόντων με το ίδιο επίπεδο δεξιοτήτων (κέντο)
互変異性 ごへんいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ταυτομέρεια
互変異性体 ごへんいせいたい

ουσιαστικό

  1. 01 ταυτομερές
互恵主義 ごけいしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαιότητα, αρχή της αμοιβαιότητας
互恵的 ごけいてき

επίθετο

  1. 01 αμοιβαίος, αλληλένδετος, αμοιβαία επωφελής
  1. 01 αμοιβαία
  2. 02 αμοιβαία
  3. 03 μαζί