28 αποτελέσματα για «井»
井戸屋形 いどやかた
ουσιαστικό
- 01 σκεπαστή κατασκευή πηγαδιού
井戸綱 いどづな
ουσιαστικό
- 01 σχοινί πηγαδιού
井綱 いづな
ουσιαστικό
- 01 σχοινί πηγαδιού
井戸浚え いどさらえ
ουσιαστικό
- 01 καθαρισμός πηγαδιού
井守鮫 イモリザメ
ουσιαστικό
- 01 σαλαμανδροκαρχαρίας (Parmaturus pilosus)
井蛙の見 せいあのけん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 περιορισμένη αντίληψη, στενόμυαλη οπτική
井蛙は以って海を語る可からず せいあはもってうみをかたるべからず
άλλο
- 01 ένας περιορισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει τα πράγματα του κόσμου, ο βάτραχος στο πηγάδι δεν μπορεί να καταλάβει τον ωκεανό ακόμα κι αν του τον εξηγήσουν
井
- 01 πηγάδι
- 02 επένδυση πηγαδιού
- 03 πόλη, κωμόπολη
- 04 κοινότητα