116 αποτελέσματα για «亜»
亜科 あか
ουσιαστικό
- 01 υποοικογένεια
亜酸化窒素 あさんかちっそ
ουσιαστικό
- 01 υποξείδιο του αζώτου (N2O)
亜連 あれん
ουσιαστικό
- 01 υποφυλή
亜鉛華 あえんか
ουσιαστικό
- 01 λευκό του ψευδαργύρου, οξείδιο του ψευδαργύρου, άνθη του ψευδαργύρου
亜硫酸 ありゅうさん
ουσιαστικό
- 01 θειώδες οξύ
亜砒酸 あひさん
ουσιαστικό
- 01 αρσενώδες οξύ (H3AsO3)
- 02 τριοξείδιο του αρσενικού, λευκό αρσενικό (As2O3)
亜熱帯気候 あねったいきこう
ουσιαστικό
- 01 υποτροπικό κλίμα
亜寒帯 あかんたい
ουσιαστικό
- 01 υποαρκτική ζώνη, υποπολική περιοχή
亜硫酸ガス ありゅうさんガス
ουσιαστικό
- 01 αέριο θειώδους οξέος, διοξείδιο του θείου
亜爾然丁 アルゼンチン
ουσιαστικό
- 01 Αργεντινή
亜鉛合金 あえんごうきん
ουσιαστικό
- 01 κράμα ψευδαργύρου
亜急性 あきゅうせい
ουσιαστικό
- 01 υποξύς
亜鈴 あれい
ουσιαστικό
- 01 αλτήρας
亜麻仁 あまに
ουσιαστικό
- 01 λιναρόσπορος
亜硫酸塩 ありゅうさんえん
ουσιαστικό
- 01 θειώδες άλας
亜熱帯高圧帯 あねったいこうあつたい
ουσιαστικό
- 01 υποτροπική ζώνη υψηλών πιέσεων, υποτροπική ράχη, υποτροπικό αντικυκλωνικό σύστημα, άπνοες υποτροπικές ζώνες
亜麻糸 あまいと
ουσιαστικό
- 01 νήμα λιναριού, λινή κλωστή
亜鉛板 あえんばん
ουσιαστικό
- 01 πλάκα ψευδαργύρου, φύλλο ψευδαργύρου
亜欧 あおう
ουσιαστικό
- 01 Ασία και Ευρώπη, Ευρασία
亜属 あぞく
ουσιαστικό
- 01 υπογένος