50 αποτελέσματα για «亡»
亡君 ぼうくん
ουσιαστικό
- 01 αποθανών άρχοντας
亡魂 ぼうこん
ουσιαστικό
- 01 νεκρή ψυχή, πνεύμα
亡命政権 ぼうめいせいけん
ουσιαστικό
- 01 εξόριστη κυβέρνηση
亡母 ぼうぼ
ουσιαστικό
- 01 θανούσα μητέρα, εκλιπούσα μητέρα
亡失 ぼうしつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απώλεια (π.χ. ενός αντικειμένου)
亡友 ぼうゆう
ουσιαστικό
- 01 αποθανών φίλος
亡命生活 ぼうめいせいかつ
ουσιαστικό
- 01 εξορία, ζωή στην εξορία
亡兄 ぼうけい
ουσιαστικό
- 01 αποθανών μεγαλύτερος αδελφός
亡八 ぼうはち
ουσιαστικό
- 01 πελάτης σε οίκο ανοχής, αυτός που έχει ξεχάσει τις οκτώ αρετές
- 02 οίκος ανοχής, ιδιοκτήτης οίκου ανοχής
亡命希望者 ぼうめいきぼうしゃ
ουσιαστικό
- 01 αιτών άσυλο
亡羊 ぼうよう
ουσιαστικό
- 01 χαμένο πρόβατο
亡子 ぼうし
ουσιαστικό
- 01 νεκρό παιδί
亡くなす なくなす
ρήμα
- 01 χάνω (σύζυγο, παιδί κ.ά.)
亡き親 なきおや
ουσιαστικό
- 01 αποθανών γονέας
亡児 ぼうじ
ουσιαστικό
- 01 το νεκρό παιδί κάποιου
亡き魂 なきたま
ουσιαστικό
- 01 νεκρή ψυχή, πνεύμα
亡弟 ぼうてい
ουσιαστικό
- 01 αποθανών νεότερος αδελφός
亡状 ぼうじょう
ουσιαστικό
- 01 αγενής συμπεριφορά, παρανομία
亡親 ぼうしん
ουσιαστικό
- 01 αποθανών γονέας
亡命文学 ぼうめいぶんがく
ουσιαστικό
- 01 λογοτεχνία της εξορίας