44 αποτελέσματα για «介»
介護認定 かいごにんてい
ουσιαστικό
- 01 έγκριση φροντίδας
介護疲れ かいごづかれ
ουσιαστικό
- 01 εξάντληση από τη φροντίδα κάποιου, κόπωση λόγω νοσηλείας
介助犬 かいじょけん
ουσιαστικό
- 01 σκύλος βοηθείας (για άτομα με αναπηρία, κ.λπ.)
介護保険制度 かいごほけんせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ασφάλισης φροντίδας ηλικιωμένων
介護保険法 かいごほけんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί ασφάλισης μακροχρόνιας φροντίδας
介護予防 かいごよぼう
ουσιαστικό
- 01 προληπτική φροντίδα, ειδικά για ηλικιωμένους
介護老人福祉施設 かいごろうじんふくししせつ
ουσιαστικό
- 01 μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων με εντατική περίθαλψη
介殻 かいかく
ουσιαστικό
- 01 κοχύλι, όστρακο
介護離職 かいごりしょく
ουσιαστικό
- 01 παραιτούμαι από την εργασία μου για να φροντίσω μέλος της οικογένειάς μου (π.χ. ηλικιωμένους ή ασθενείς γονείς)
介護殺人 かいごさつじん
ουσιαστικό
- 01 φόνος από φροντιστές, ανθρωποκτονία από πρόσωπο που παρέχει φροντίδα, φόνος με κίνητρο την ανάγκη για μακροχρόνια φροντίδα
介甲 かいこう
ουσιαστικό
- 01 κέλυφος που μοιάζει με εφόλκιο
介卵 かいらん
ουσιαστικό
- 01 κλωσσητικός, επωαστικός
介党鱈 すけとうだら
ουσιαστικό
- 01 μπακαλιάρος της Αλάσκας (Theragra chalcogramma), πολάκ της Αλάσκας
介して かいして
άλλο
- 01 μέσω, διαμέσου
介病 かいびょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νοσηλεία ασθενούς
介鱗 かいりん
ουσιαστικό
- 01 ψάρια και οστρακοειδή
介音 かいおん
ουσιαστικό
- 01 μεσαίος φθόγγος, προφωνήεν (ημιφωνήεν πριν από το κεντρικό φωνήεν στην κινεζική γλώσσα)
介在配列 かいざいはいれつ
ουσιαστικό
- 01 εσώνιο
介護付きホーム かいごつきホーム
ουσιαστικό
- 01 γηροκομείο με παροχή φροντίδας, μονάδα υποστηριζόμενης διαβίωσης
介詞 かいし
ουσιαστικό
- 01 πρόθεση (στα κινεζικά), μεταθετική λέξη