33 αποτελέσματα για «以»
以往 いおう
ουσιαστικό
- 01 έπειτα, μεταγενέστερα
- 02 πριν, προηγουμένως
以夷制夷 いいせいい
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος ξένων μέσω άλλων ξένων, η στρατηγική του να στρέφεις το ένα βάρβαρο κράτος εναντίον του άλλου
以ってしても もってしても
άλλο
- 01 ακόμη και με τη χρήση, ακόμη και με τη βοήθεια
以色列 イスラエル
ουσιαστικό
- 01 Ισραήλ
以て瞑すべし もってめいすべし
άλλο
- 01 νιώθω τόσο ικανοποιημένος που δεν θα με πείραζε να πεθάνω, μπορώ τώρα να αναπαυθώ εν ειρήνη, οφείλει κανείς να είναι ικανοποιημένος με όσα έχουν επιτευχθεί
以呂波紅葉 いろはもみじ
ουσιαστικό
- 01 ιρόχα μόμιτζι (είδος ιαπωνικού σφένδαμου, Acer palmatum)
以遠権 いえんけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα υπέρβασης (αεροπορία)
以毒制毒 いどくせいどく
ουσιαστικό
- 01 χρήση δηλητηριώδους φαρμάκου για την καταπολέμηση δηλητηρίου, καταπολέμηση του κακού με το κακό, καταπολέμηση της φωτιάς με φωτιά
以ちまして もちまして
άλλο, σύνδεσμος
- 01 με, μέσω, με τη χρήση
- 02 εξαιτίας, λόγω, για, συνεπεία
- 03 κατά (ημέρα ή ημερομηνία), στις (ώρα), με ισχύ από (π.χ. σήμερα)
- 04 επομένως, συνεπώς, άρα
以夷攻夷 いいこうい
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος ξένων μέσω άλλων ξένων, αντιπαράθεση μιας βαρβαρικής δύναμης με μια άλλη
以下同文 いかどうぶん
άλλο
- 01 τα ίδια με τα παραπάνω, όμοια με το προηγούμενο πιστοποιητικό (έγγραφο, κ.λπ.)
以深 いしん
ουσιαστικό
- 01 ή βαθύτερα, και κάτω
以
- 01 μέσω, με τη βοήθεια, με τη χρήση
- 02 επειδή, διότι, γιατί
- 03 ενόψει, λαμβάνοντας υπόψη
- 04 σε σύγκριση με, συγκριτικά με