72 αποτελέσματα για «伊»

伊和 いわ

ουσιαστικό

  1. 01 ιταλοϊαπωνικός (όπως σε λεξικό)
伊勢大神宮 いせだいじんぐう

ουσιαστικό

  1. 01 Ισέ Νταϊτζινγκού (το Μεγάλο Ιερό της Ισέ)
伊邪那美 イザナミ

ουσιαστικό

  1. 01 Ιζανάμι, θηλυκή θεότητα που γέννησε την Ιαπωνία καθώς και τους θεούς του ήλιου, της σελήνης και της καταιγίδας
伊佐木 いさき

ουσιαστικό

  1. 01 ισάκι (είδος ψαριού Parapristipoma trilineatum), ισάκι με τρεις γραμμές
伊万里焼 いまりやき

ουσιαστικό

  1. 01 πορσελάνη Ιμάρι, κεραμικά Ιμάρι
伊邪那美命 いざなみのみこと

ουσιαστικό

  1. 01 Ιζανάμι-νο-Μικότο, Ιζανάμι, η θηλυκή θεότητα που γέννησε την Ιαπωνία καθώς και τους θεούς του ήλιου, της σελήνης και της καταιγίδας
伊藤忠商事 いとうちゅうしょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 Ιτοτσού Κορπορέισον
伊邪那岐命 いざなぎのみこと

ουσιαστικό

  1. 01 Ιζανάγκι-νο-Μικότο, Ιζανάγκι, αρσενική θεότητα που γέννησε την Ιαπωνία και τους θεούς του ήλιου, της σελήνης και της καταιγίδας
伊勢神道 いせしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 Ισέ Σιντό (σχολή του Σιντοϊσμού που ιδρύθηκε από τους ιερείς της οικογένειας Βαταράι του Εξωτερικού Ιερού του Ισέ Τζίνγκου)
伊語 いご

ουσιαστικό

  1. 01 ιταλικά (γλώσσα)
伊勢乞食 いせこじき

ουσιαστικό

  1. 01 ζητιάνοι στο Μεγάλο Ιερό της Ίσε
  2. 02 επιτυχημένοι αλλά τσιγκούνηδες έμποροι από την Ίσε
伊達女 だておんな

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνα γυναίκα, κοπέλα με απελευθερωμένη συμπεριφορά
伊達姿 だてすがた

ουσιαστικό

  1. 01 εντυπωσιακή εμφάνιση
伊勢大廟 いせたいびょう

ουσιαστικό

  1. 01 τα Μεγάλα Ιερά της Ίσε
伊豆急行 いずきゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 Ιζουκιού Κορορέισον
伊勢講 いせこう

ουσιαστικό

  1. 01 αδελφότητα πιστών που αποτελείται από προσκυνητές του ναού Ισέ
伊予柑 いよかん

ουσιαστικό

  1. 01 ιοκάν (είδος εσπεριδοειδούς)
伊予弁 いよべん

ουσιαστικό

  1. 01 διάλεκτος Ίγιο (ομιλείται στον νομό Εχίμε)
伊達締め だてじめ

ουσιαστικό

  1. 01 στενή, λεπτή υφασμάτινη ζώνη που φοριέται πάνω από το κιμονό και κάτω από το όμπι για την προστασία του υφάσματος
伊達衆 だてしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κομψευόμενος, γόης, ιπποτικός άνθρωπος