77 αποτελέσματα για «位»

位官 いかん

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός και επίσημο αξίωμα
位負け くらいまけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αδυναμία ανταπόκρισης σε μια θέση, αναξιότητα για έναν βαθμό
  2. 02 αισθήματα δέους λόγω υψηλού βαθμού, εκφοβισμός, κατώτερη κατάταξη, αίσθηση κατωτερότητας
位取り くらいどり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθμός, τάξη, ποιότητα, μονάδα, ψηφίο, θέση υποδιαστολής
位置決め いちぎめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευθυγράμμιση, καταχώριση
  2. 02 τοποθέτηση, χωροθέτηση
位置合わせ いちあわせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευθυγράμμιση, στοίχιση
位相幾何学 いそうきかがく

ουσιαστικό

  1. 01 τοπολογία
位相差 いそうさ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά φάσης
位置感覚 いちかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοδεκτικότητα, κιναισθησία, αίσθηση θέσης
  2. 02 αίσθηση τοποθεσίας, αίσθηση της γεωγραφίας ενός τόπου
位牌堂 いはいどう

ουσιαστικό

  1. 01 νεκρικό παρεκκλήσιο
位相同型 いそうどうけい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ομοιομορφισμός, τοπολογική ισοδυναμία
位記 いき

ουσιαστικό

  1. 01 δίπλωμα απονομής αυλικού αξιώματος
位相差顕微鏡 いそうさけんびきょう

ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκόπιο αντίθεσης φάσης
位人臣を極める くらいじんしんをきわめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανέρχομαι στο υψηλότερο δυνατό αξίωμα
位取る くらいどる

ρήμα

  1. 01 κλιμακώνω, υπολογίζω την αξία
位階勲等 いかいくんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αυλική βαθμίδα και τιμητικές διακρίσεις
位格 いかく

ουσιαστικό

  1. 01 υπόσταση
  2. 02 τοπική πτώση
位付け くらいづけ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάταξη, ιεράρχηση
  2. 02 μονάδα
位倒れ くらいだおれ

ουσιαστικό

  1. 01 αδυναμία ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του αξιώματος ή της κοινωνικής θέσης κάποιου, εκτός του βεληνεκούς κάποιου
位勲 いくん

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός και παράσημο αξίας
位相速度 いそうそくど

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα φάσης