34 αποτελέσματα για «侍»

侍妾 じしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παλλακίδα, ερωμένη
侍衛 じえい

ουσιαστικό

  1. 01 σωματοφύλακας
侍従官 じじゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αυλάρχης
侍従職 じじゅうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο των αυλαρχών
侍読 じどく

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικός δάσκαλος
侍婢 じひ

ουσιαστικό

  1. 01 κυρία επί των τιμών, θεραπαινίδα
侍蟻 さむらいあり

ουσιαστικό

  1. 01 σαμουράι-μυρμήγκι (είδος αμαζόνιου μυρμηγκιού)
侍気質 さむらいかたぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα σαμουράι
侍衛長 じえいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός της φρουράς
侍り はべり

ρήμα, επίθημα

  1. 01 υπηρετώ, παραστέκομαι
  2. 02 υπάρχω, είμαι
  3. 03 πράττω ταπεινά, εκτελώ κάτι ευγενικά
侍曹 じそう

ουσιαστικό

  1. 01 με σεβασμό
侍らせる はべらせる

ρήμα

  1. 01 έχω κάποιον στην υπηρεσία μου, έχω κάποιον στο πλευρό μου, διατηρώ κάποιον ως συνοδεία (π.χ. βοηθούς, ερωμένες)
侍ふ さぶらう

ρήμα, άλλο

  1. 01 συνοδεύω πρόσωπο υψηλής κοινωνικής θέσης, υπηρετώ ευγενή
  2. 02 υπάρχω, είμαι
  3. 03 πηγαίνω, έρχομαι
  4. 04 εκφράζει ευγένεια προς τον ακροατή
  1. 01 σερβιτόρος
  2. 02 σαμουράι
  3. 03 εξυπηρετώ
  4. 04 εξυπηρετώ