36 αποτελέσματα για «依»

依怙 えこ

ουσιαστικό

  1. 01 εύνοια, μεροληψία, προκατάληψη
依頼心 いらいしん

ουσιαστικό

  1. 01 τάση εξάρτησης από άλλους
依存状態 いぞんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση εξάρτησης
依願 いがん

ουσιαστικό

  1. 01 σύμφωνα με αίτηση κάποιου
依命 いめい

ουσιαστικό

  1. 01 κατόπιν εντολής (ανωτέρου), σύμφωνα με τις οδηγίες, επίσημος (π.χ. ανακοίνωση)
依存症者 いぞんしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαρτημένο άτομο, εξαρτημένος
依々 いい

άλλο, επίρρημα

  1. 01 με στοργική προσκόλληση, απρόθυμος να αποχωριστεί
依願免職 いがんめんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 παραίτηση κατόπιν αίτησης
依願免官 いがんめんかん

ουσιαστικό

  1. 01 παραίτηση κατόπιν δικού του αιτήματος
依託射撃 いたくしゃげき

ουσιαστικό

  1. 01 πυροβολισμός με στήριξη των αγκώνων
依估 いこ

ουσιαστικό

  1. 01 μεροληψία, άδικη μεταχείριση
依存効果 いそんこうか

ουσιαστικό

  1. 01 φαινόμενο εξάρτησης
依蘭苔 えいらんたい

ουσιαστικό

  1. 01 εϊραντάι (ισλανδική βρύα, Cetraria islandica), ισλανδικός λειχήνας
依存適合性 いぞんてきごうせい

ουσιαστικό

  1. 01 εξαρτημένη συμμόρφωση
依報 えほう

ουσιαστικό

  1. 01 περιστασιακή ανταπόδοση, οι συνθήκες (π.χ. γεωγραφικές, κοινωνικές) στις οποίες γεννιέται κανείς εξαιτίας του κάρμα από προηγούμενες ζωές
  1. 01 εξαρτημένος
  2. 02 εξαρτώμαι, βασίζομαι
  3. 03 κατά συνέπεια
  4. 04 επομένως
  5. 05 λόγω, εξαιτίας