28 αποτελέσματα για «係»

係柱 けいちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δέστρα, στύλος πρόσδεσης, προσδετικό κολωνάκι
係属中 けいぞくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εκκρεμής (για δικαστική υπόθεση)
係数器 けいすうき

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα συντελεστή, πολλαπλασιαστής κλίμακας
係数行列 けいすうぎょうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας συντελεστών
係助 けいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 συνδετικό μόριο
係争地 けいそうち

ουσιαστικό

  1. 01 επίδικη περιοχή, αμφισβητούμενη έκταση, περιοχή υπό διένεξη
係船柱 けいせんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δέστρα, πασσάλος πρόσδεσης
  1. 01 υπεύθυνος
  2. 02 σχέση
  3. 03 καθήκον
  4. 04 ασχολούμαι