80 αποτελέσματα για «俗»

俗流 ぞくりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκό στρώμα, οι πολλοί, κοσμικές συνήθειες
俗論 ぞくろん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή γνώμη, λαϊκή άποψη
俗化 ぞっか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκχυδαϊσμός, εκκοσμίκευση, εκλαϊκευση
俗諺 ぞくげん

ουσιαστικό

  1. 01 παροιμία, λαϊκό ρητό
俗臭 ぞくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 χυδαιότητα, κοσμικότητα
俗世界 ぞくせかい

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινός κόσμος
俗吏 ぞくり

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλόβαθμος αξιωματούχος
俗気 ぞっき

ουσιαστικό

  1. 01 χυδαιότητα, κοσμικότητα, κοσμική φιλοδοξία
俗情 ぞくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμικό φρόνημα, εγκόσμια ζητήματα
俗歌 ぞっか

ουσιαστικό

  1. 01 δημοφιλές τραγούδι, παραδοσιακό τραγούδι, σκοπός, μπαλάντα
俗習 ぞくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 έθιμο, συνηθισμένη πρακτική
俗塵 ぞくじん

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμική σκόνη, εγκόσμια ζητήματα, ο κόσμος των ανθρώπων, οι καθημερινές έγνοιες της ζωής
俗言 ぞくげん

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινή γλώσσα, καθομιλουμένη
俗物根性 ぞくぶつこんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σνομπισμός, μικροπρέπεια, έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας, χυδαία και επιδεικτική φύση (ιδιοσυγκρασία)
俗学 ぞくがく

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκή μάθηση, κοσμική μελέτη
俗見 ぞっけん

ουσιαστικό

  1. 01 δημοφιλής άποψη, κοινή γνώμη
俗曲 ぞっきょく

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικό τραγούδι, μπαλάντα
俗受け ぞくうけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημοφιλία, απήχηση στο ευρύ κοινό
俗諦 ぞくたい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβατική αλήθεια
俗談 ぞくだん

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινή κουβέντα
  2. 02 κοσμική συζήτηση