195 αποτελέσματα για «信»

信州 しんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Σινσού (εναλλακτική ονομασία της πρώην επαρχίας Σινάνο)
信濃 しなの

ουσιαστικό

  1. 01 Σινάνο (πρώην επαρχία που βρίσκεται στον σημερινό νομό Ναγκάνο και σε τμήματα του νομού Γκίφου)
信心深い しんじんぶかい

επίθετο

  1. 01 βαθιά θρησκευόμενος, ευσεβής, θεοσεβούμενος, πιστός
信頼感 しんらいかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα εμπιστοσύνης
信頼性 しんらいせい

ουσιαστικό

  1. 01 αξιοπιστία, αυθεντικότητα, εμπιστοσύνη, φερεγγυότητα
信任 しんにん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμπιστοσύνη, πίστη, πεποίθηση
信号機 しんごうき

ουσιαστικό

  1. 01 φανάρι, φωτεινός σηματοδότης
  2. 02 σηματοδότης (μηχανισμός), σηματοφόρος (συσκευή)
信号待ち しんごうまち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναμονή για αλλαγή του φωτεινού σηματοδότη, αναμονή για πράσινο φανάρι
信頼度 しんらいど

ουσιαστικό

  1. 01 αξιοπιστία, φερεγγυότητα, συντελεστής εμπιστοσύνης
信義 しんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πίστη, αφοσίωση, εμπιστοσύνη
信頼のおける しんらいのおける

άλλο

  1. 01 αξιόπιστος, έγκυρος
信管 しんかん

ουσιαστικό

  1. 01 πυροκροτητής
信頼に足る しんらいにたる

άλλο

  1. 01 αυθεντικός, αξιόπιστος, φερέγγυος, έμπιστος, σταθερός, υγιής, αφοσιωμένος, άξιος εμπιστοσύνης
信望 しんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 εμπιστοσύνη, δημοφιλία
信用度 しんようど

ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδο εμπιστοσύνης
信号弾 しんごうだん

ουσιαστικό

  1. 01 πυροτεχνικό σήμα, φωτοβολίδα σήματος
信用金庫 しんようきんこ

ουσιαστικό

  1. 01 πιστωτικός συνεταιρισμός
信号無視 しんごうむし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση φωτεινού σηματοδότη, παραβίαση κόκκινου σηματοδότη, παραβίαση κόκκινου, παράνομη διάσχιση δρόμου από πεζό
信を置く しんをおく

άλλο, ρήμα

  1. 01 εμπιστεύομαι κάποιον
信仰者 しんこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πιστός, θρησκευόμενος, ακόλουθος, οπαδός, προσηλυτισμένος, μαθητής, θαυμαστής