127 αποτελέσματα για «修»

修復作業 しゅうふくさぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία επισκευής, εργασία ανακαίνισης, εργασία αποκατάστασης
修学 しゅうがく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μάθηση
修理中 しゅうりちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υπό επισκευή
修道 しゅうどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκμάθηση, σπουδή στις καλές τέχνες
修辞 しゅうじ

ουσιαστικό

  1. 01 σχήμα λόγου, ρητορικό στολίδι
修行者 しゅぎょうじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασκούμενος του Βουδισμού
  2. 02 ασκούμενος σε ασκήσεις αυταπάρνησης, μαθητής της πειθαρχίας
  3. 03 ασκούμενος στις πολεμικές τέχνες
修飾 しゅうしょく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στολισμός, διακόσμηση, καλλωπισμός
  2. 02 προσδιορισμός, τροποποίηση
修繕費 しゅうぜんひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα επισκευής, κόστος επισκευών
修身 しゅうしん

ουσιαστικό

  1. 01 ήθος, ηθική, ηθική καλλιέργεια
修羅道 しゅらどう

ουσιαστικό

  1. 01 βασίλειο των ασούρα
  2. 02 σκηνικό σφαγής
修理屋 しゅうりや

ουσιαστικό

  1. 01 εργαστήριο επισκευών, συνεργείο
  2. 02 τεχνίτης επισκευών
修正案 しゅうせいあん

ουσιαστικό

  1. 01 προτεινόμενη τροπολογία
修道会 しゅうどうかい

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικό τάγμα (Καθολικισμός)
修法 しゅほう

ουσιαστικό

  1. 01 προσευχή και ασκητικές πρακτικές
修験道 しゅげんどう

ουσιαστικό

  1. 01 σουγκεντό, ιαπωνικός ορεινός ασκητισμός που ενσωματώνει σιντοϊστικά και βουδιστικά στοιχεία
修学旅行生 しゅうがくりょこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής σε σχολική εκδρομή
修道僧 しゅうどうそう

ουσιαστικό

  1. 01 μοναχός, καλόγερος
修道院長 しゅうどういんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηγούμενος, ηγουμένη, ανώτατο στέλεχος μοναστικού ιδρύματος
修辞学 しゅうじがく

ουσιαστικό

  1. 01 ρητορική
修理工場 しゅうりこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνεργείο επισκευών