38 αποτελέσματα για «倍»

倍精度 ばいせいど

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 διπλή ακρίβεια
倍数性 ばいすうせい

ουσιαστικό

  1. 01 πλοειδία, πολυπλοειδία
倍数体 ばいすうたい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυπλοειδής (οργανισμός, κύτταρο, κ.λπ.)
倍クロック技術 ばいクロックぎじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογία διπλασιασμού του ρολογιού
倍パルス記録 ばいパルスきろく

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή παλμική εγγραφή
倍長レジスタ ばいちょうレジスタ

ουσιαστικό

  1. 01 καταχωρητής διπλού μήκους, διπλός καταχωρητής
倍長語 ばいちょうご

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή λέξη
倍幅文字 ばいはばもじ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλά πλατύς χαρακτήρας
倍密度 ばいみつど

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή πυκνότητα
倍力 ばいりょく

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 σερβομηχανισμός, ενισχυτής
倍力ブレーキ ばいりょくブレーキ

ουσιαστικό

  1. 01 σερβόφρενο
倍力機構 ばいりょくきこう

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανισμός ενίσχυσης δύναμης (σε φρένα ποδηλάτου, μεταλλικές ψαλίδες κ.λπ.)
倍力装置 ばいりょくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 σερβομηχανισμός
倍角文字 ばいかくもじ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλάσιος χαρακτήρας, χαρακτήρας με διπλασιασμένο πλάτος ή/και ύψος
倍加時間 ばいかじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος διπλασιασμού
倍々 ばいばい

ουσιαστικό

  1. 01 διπλασιασμός (επαναλαμβανόμενος), πολλαπλασιασμός
倍々ゲーム ばいばいゲーム

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι στο οποίο οι πόντοι ή το έπαθλο διπλασιάζονται με κάθε νίκη
  2. 02 εκθετική αύξηση, ραγδαία πολλαπλασιαζόμενη ανάπτυξη
  1. 01 διπλός
  2. 02 δύο φορές
  3. 03 φορές
  4. 04 πολλαπλάσιο