44 αποτελέσματα για «値»
値段表 ねだんひょう
ουσιαστικό
- 01 τιμοκατάλογος
値幅 ねはば
ουσιαστικό
- 01 εύρος τιμών ή διακύμανση
値下がる ねさがる
ρήμα
- 01 υποχωρώ σε τιμή, μειώνομαι σε τιμή
値段付け ねだんづけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τιμολόγηση
値域 ちいき
ουσιαστικό
- 01 πεδίο τιμών (συναρτήσεως)
値幅制限 ねはばせいげん
ουσιαστικό
- 01 όριο διακύμανσης τιμής, ημερήσιο όριο συναλλαγών, όριο διακύμανσης
値安 ねやす
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 φθηνός, χαμηλής τιμής, οικονομικός
値引率 ねびきりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό έκπτωσης
値がさ ねがさ
ουσιαστικό
- 01 υψηλή τιμή
値遇 ちぐう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτίμηση από τον εργοδότη, συνάντηση
値ごろ ねごろ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 προσιτός (τιμή)
値積もり ねづもり
ουσιαστικό
- 01 εκτίμηση, αποτίμηση
値増し ねまし
ουσιαστικό
- 01 αύξηση τιμής, προσαύξηση
値鞘 ねざや
ουσιαστικό
- 01 περιθώριο κέρδους, διαφορά τιμών
値がさ株 ねがさかぶ
ουσιαστικό
- 01 μετοχές υψηλής χρηματιστηριακής αξίας, μετοχές blue-chip
値参照名 あたいさんしょうめい
ουσιαστικό
- 01 όνομα αναφοράς τιμής
値洗い ねあらい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποτίμηση στην αγοραία αξία
値上り益 ねあがりえき
ουσιαστικό
- 01 κεφαλαιουχική υπεραξία, κέρδος από την ανατίμηση κεφαλαίου
値型 あたいがた
ουσιαστικό
- 01 τύπος τιμής
値渡し あたいわたし
ουσιαστικό
- 01 κλήση κατά τιμή, πέρασμα κατά τιμή