47 αποτελέσματα για «停»

停頓 ていとん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αδιέξοδο, στασιμότητα, ισοπαλία, οπισθοδρόμηση, αναστολή
停泊地 ていはくち

ουσιαστικό

  1. 01 αγκυροβόλιο (περιοχή), λιμενική εγκατάσταση, αρόδο
停会 ていかい

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπή συνεδρίασης, αναστολή συνεδρίασης, διακοπή εργασιών νομοθετικού σώματος
停止時間 ていしじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος διακοπής, χρόνος παύσης
停止線 ていしせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή στάσης
停留精巣 ていりゅうせいそう

ουσιαστικό

  1. 01 κρυπτορχιδισμός, μη κατεβασμένος όρχις
停戦ライン ていせんライン

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή εκεχειρίας
停滞前線 ていたいぜんせん

ουσιαστικό

  1. 01 στάσιμο μέτωπο καιρού
停波 ていは

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή εκπομπής (ραδιοφώνου, τηλεόρασης, τηλεφωνίας κ.λπ.), τερματισμός εκπομπής
停止問題 ていしもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλημα τερματισμού
停船場 ていせんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποβάθρα φέρι, σταθμός επιβίβασης πλοίων
停音 ていおん

ουσιαστικό

  1. 01 παύση
停音符 ていおんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 παύση
停止価格 ていしかかく

ουσιαστικό

  1. 01 σταθεροποιημένη τιμή, κλειδωμένη τιμή
停頓状態 ていとんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ακινησία, αδιέξοδο, στασιμότητα, περίοδος άπνοιας (μεταφορικά), συνθήκες στασιμότητας
停止シグナル ていしシグナル

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα τερματισμού
停留睾丸 ていりゅうこうがん

ουσιαστικό

  1. 01 κρυψορχία, ακάθοδος όρχις
停留点 ていりゅうてん

ουσιαστικό

  1. 01 στάσιμο σημείο
停滞期 ていたいき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος στασιμότητας (π.χ. στην απώλεια βάρους), τέλμα
停止距離 ていしきょり

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική απόσταση ακινητοποίησης