91 αποτελέσματα για «健»

健康被害 けんこうひがい

ουσιαστικό

  1. 01 κίνδυνος για την υγεία, βλάβη της υγείας
健忘症 けんぼうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμνησία, απώλεια μνήμης
健康に良い けんこうによい

άλλο, επίθετο

  1. 01 υγιεινός, ευεργετικός για την υγεία, ωφέλιμος
健啖 けんたん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αδηφαγία, λαιμαργία
健全化 けんぜんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξυγίανση, αποκατάσταση της υγείας
健児 けんじ

ουσιαστικό

  1. 01 ρωμαλέος νέος
健康保険 けんこうほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλιση υγείας
健忘 けんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 λήθη, αφηρημάδα
  2. 02 αμνησία
健康維持 けんこういじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατήρηση υγείας, προστασία υγείας
健康美 けんこうび

ουσιαστικό

  1. 01 υγιής ομορφιά
健康問題 けんこうもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλημα υγείας, θέμα υγείας
健康を損なう けんこうをそこなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 βλάπτω την υγεία μου, πλήττω την υγεία μου, είμαι επιβλαβής για την υγεία
健康保険証 けんこうほけんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλιστικό βιβλιάριο υγείας
健康運 けんこううん

ουσιαστικό

  1. 01 τύχη στην υγεία
健康者 けんこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υγιές άτομο
健康人 けんこうじん

ουσιαστικό

  1. 01 υγιής άνθρωπος
健康診断書 けんこうしんだんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρική βεβαίωση υγείας
健康飲料 けんこういんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ρόφημα υγείας
健筆 けんぴつ

ουσιαστικό

  1. 01 ικανός γραφιάς, εύστοχος χειριστής της πένας
健康不安 けんこうふあん

ουσιαστικό

  1. 01 κακή κατάσταση υγείας, κλονισμένη υγεία