46 αποτελέσματα για «偶»

偶然論 ぐうぜんろん

ουσιαστικό

  1. 01 τυχαιοκρατία
偶成 ぐうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχέδιος
偶蹄類 ぐうているい

ουσιαστικό

  1. 01 αρτιοδάκτυλα, αρτιοδάκτυλα οπληφόρα
偶像礼拝 ぐうぞうれいはい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδωλολατρία
偶感 ぐうかん

ουσιαστικό

  1. 01 τυχαίες σκέψεις
たま N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 περιστασιακός, σπάνιος, αραιός
偶力 ぐうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ζεύγος (δυνάμεων)
偶有 ぐうゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παθαίνω ατύχημα
偶像教 ぐうぞうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδωλολατρία
偶語 ぐうご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνομιλία
偶詠 ぐうえい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχέδιο ποίημα
偶奇性 ぐうきせい

ουσιαστικό

  1. 01 αρτιότητα
偶因論 ぐういんろん

ουσιαστικό

  1. 01 γκουινρόν (θεωρία του περιστασιαλισμού)
偶因 ぐういん

ουσιαστικό

  1. 01 τυχαία αιτία
偶吟 ぐうぎん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχέδιο ποίημα
偶作 ぐうさく

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που επιτεύχθηκε τυχαία, δύο που συνεργάζονται
偶像教徒的 ぐうぞうきょうとてき

επίθετο

  1. 01 ειδωλολατρικός
偶関数 ぐうかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 άρτια συνάρτηση
偶数パリティ ぐうすうパリティ

ουσιαστικό

  1. 01 άρτια ισοτιμία
偶発時用手続き ぐうはつじようてつづき

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία έκτακτης ανάγκης