38 αποτελέσματα για «傍»
傍見 おかみ
ουσιαστικό
- 01 παρατήρηση από ξένο, θέαση από τρίτο πρόσωπο
傍聴券 ぼうちょうけん
ουσιαστικό
- 01 εισιτήριο εισόδου
傍観的 ぼうかんてき
επίθετο
- 01 αμέτοχος, αδιάφορος, θεατής
傍耳 かたみみ
ουσιαστικό
- 01 όσα ακούγονται τυχαία, όσα υποπίπτουν στην αντίληψη κάποιου κατά λάθος
傍論 ぼうろん
ουσιαστικό
- 01 παρέκβαση, παρεκβατικά σχόλια, νομικές παρατηρήσεις χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα
傍題 ぼうだい
ουσιαστικό
- 01 υπότιτλος (π.χ. ενός βιβλίου)
傍注 ぼうちゅう
ουσιαστικό
- 01 σημειώσεις στο περιθώριο, πλάγιες σημειώσεις, γλωσσάρι
傍訓 ぼうくん
ουσιαστικό
- 01 περιθωριακές σημειώσεις
傍聴料 ぼうちょうりょう
ουσιαστικό
- 01 αντίτιμο εισόδου
傍系血族 ぼうけいけつぞく
ουσιαστικό
- 01 πλάγια συγγένεια εξ αίματος
傍 はた
ουσιαστικό
- 01 τρίτοι, ξένοι, παρευρισκόμενοι, θεατές, τρίτο πρόσωπο
傍の者達 はたのものたち
ουσιαστικό
- 01 παρευρισκόμενοι, θεατές
傍聴無料 ぼうちょうむりょう
ουσιαστικό
- 01 δωρεάν είσοδος για ακροατές
傍濾胞細胞 ぼうろほうさいぼう
ουσιαστικό
- 01 παραθυρεοειδικό κύτταρο
傍軒 そばのき
ουσιαστικό
- 01 πλαϊνή σειρά κεραμιδιών στην άκρη της στέγης
傍らに人無きが如し かたわらにひとなきがごとし
άλλο
- 01 συμπεριφέρομαι προκλητικά σαν να μην υπάρχει κανείς γύρω μου, κάνω ό,τι θέλω παρόλο που μπορεί να με βλέπουν άλλοι
傍聴者 ぼうちょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 παρατηρητής, θεατής (π.χ. στο δικαστήριο), μέλος του κοινού, επισκέπτης, ακροατήριο, θεωρείο
傍
- 01 παρατηρητής, αυτόπτης μάρτυρας
- 02 πλευρά, μεριά
- 03 εκτός από, επιπλέον
- 04 ενώ, καθώς
- 05 κοντά, πλησίον
- 06 τρίτο πρόσωπο