32 αποτελέσματα για «備»

備荒 びこう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλεψη για λιμό
備長 びんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μπιντσό, άνθρακας υψηλής ποιότητας που παράγεται από βελανιδιά ουμπάμε
備えあれば憂えなし そなえあればうれえなし

άλλο

  1. 01 όποιος είναι προετοιμασμένος δεν έχει λόγο να ανησυχεί, καλό είναι να έχεις καταφύγιο για κάθε καταιγίδα, όταν κάποιος είναι έτοιμος, οι δυσκολίες δεν εμφανίζονται
備後表 びんごおもて

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλής ποιότητας κάλυμμα τατάμι φτιαγμένο από μαλακό βούρλο από τον νομό Χιροσίμα
備荒食 びこうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 τροφή ανάγκης
備荒貯蓄 びこうちょちく

ουσιαστικό

  1. 01 αποθεματικό για την αντιμετώπιση λιμού
備忘価額 びぼうかがく

ουσιαστικό

  1. 01 υπολειμματική αξία, αξία σκραπ, συμβολική τιμή, συμβολική αξία
備荒作物 びこうさくもつ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιέργειες που σπέρνονται για την αντιμετώπιση του λιμού (π.χ. σιτάρι, κριθάρι, φαγόπυρο, πατάτες), καλλιέργειες έκτακτης ανάγκης
備蓄品 びちくひん

ουσιαστικό

  1. 01 αποθηκευμένα υλικά, αποθέματα
備立て そなえだて

ουσιαστικό

  1. 01 διάταξη στρατευμάτων, μάχιμος σχηματισμός
備品室 びひんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη εξοπλισμού, δωμάτιο προμηθειών, αποθήκη
  1. 01 εξοπλίζω
  2. 02 προμηθεύω
  3. 03 προετοιμασία