35 αποτελέσματα για «催»

催促状 さいそくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιστολή όχλησης, ειδοποίηση για πληρωμή οφειλής ή διεκπεραίωση εκκρεμότητας
催告 さいこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδοποίηση
催行 さいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πραγματοποίηση ταξιδιού (σύμφωνα με το πρόγραμμα)
催奇性 さいきせい

ουσιαστικό

  1. 01 τερετογένεση
催吐薬 さいとやく

ουσιαστικό

  1. 01 εμετικό φάρμακο
催奇形性 さいきけいせい

ουσιαστικό

  1. 01 τερατογένεση
催涙銃 さいるいじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πιστόλι δακρυγόνων
催合う もやう

ρήμα

  1. 01 συνεργάζομαι (σε επιχειρήσεις), κατέχω από κοινού, μοιράζομαι
催奇形物質 さいきけいぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 τερατογόνος ουσία
催花雨 さいかう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιξιάτικη βροχή που πέφτει την εποχή που ανθίζουν τα λουλούδια, ανοιξιάτικη βροχή που επιταχύνει την άνθιση των λουλουδιών
催乳薬 さいにゅうやく

ουσιαστικό

  1. 01 γαλακταγωγό, γαλακτογόνο
催眠法 さいみんほう

ουσιαστικό

  1. 01 υπνωτισμός
催眠暗示 さいみんあんじ

ουσιαστικό

  1. 01 υπνωτική υποβολή
催淫 さいいん

ουσιαστικό

  1. 01 διεγερτικός της σεξουαλικής επιθυμίας
  1. 01 χορηγώ
  2. 02 διοργανώνω (συνάντηση)
  3. 03 παραθέτω (δείπνο)