41 αποτελέσματα για «傾»
傾斜計 けいしゃけい
ουσιαστικό
- 01 κλισιόμετρο
傾度 けいど
ουσιαστικό
- 01 κλίση
傾慕 けいぼ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έντονη επιθυμία, διακαής πόθος, βαθύς θαυμασμός
傾国傾城 けいこくけいせい
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα τόσο σαγηνευτική που μπορεί να επιφέρει την καταστροφή μιας χώρας (κάστρου) καθώς ο βασιλιάς (άρχοντας) της μαγεύεται από την ομορφιά της, μοιραία γυναίκα
傾斜生産方式 けいしゃせいさんほうしき
ουσιαστικό
- 01 σύστημα παραγωγής προτεραιότητας
傾覆 けいふく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναποδογύρισμα
傾城買い けいせいかい
ουσιαστικό
- 01 αγορά υπηρεσιών ιερόδουλης
傾角 けいかく
ουσιαστικό
- 01 κλίση
傾差 けいさ
ουσιαστικό
- 01 κλίση (της μαγνητικής βελόνας)
傾斜度 けいしゃど
ουσιαστικό
- 01 κλίση
傾瀉 けいしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάγγιση
傾斜生産 けいしゃせいさん
ουσιαστικό
- 01 παραγωγή προτεραιότητας
傾斜家賃 けいしゃやちん
ουσιαστικό
- 01 κλιμακωτή αύξηση ενοικίου
傾性 けいせい
ουσιαστικό
- 01 ναστία (δηλαδή ναστική κίνηση ενός φυτού)
傾れ なだれ
ουσιαστικό
- 01 πρανές, κλίση
- 02 τρέξιμο υαλώματος σε κεραμικό αντικείμενο
傾動地塊 けいどうちかい
ουσιαστικό
- 01 κεκλιμένος τεκτονικός όγκος, κεκλιμένος τεκτονικός τεμάχος
傾度風 けいどふう
ουσιαστικό
- 01 βαθμιδωτός άνεμος
傾向文学 けいこうぶんがく
ουσιαστικό
- 01 ιδεολογική λογοτεχνία (ιδίως αριστερού προσανατολισμού)
傾心 けいしん
ουσιαστικό
- 01 μετακέντρο (π.χ. ενός πλοίου)
傾斜配分 けいしゃはいぶん
ουσιαστικό
- 01 σταθμισμένη κατανομή (προϋπολογισμού, μερισμάτων κ.λπ.)