146 αποτελέσματα για «元»

元年 がんねん N1

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο έτος (μιας αυτοκρατορικής εποχής)
  2. 02 έτος κατά το οποίο συνέβη ή ξεκίνησε για πρώτη φορά κάτι (σημαντικό)
元手 もとで

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαιο, χρηματικά διαθέσιμα, αρχικό κεφάλαιο
  2. 02 περιουσιακό στοιχείο
元締め もとじめ

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής, ελεγκτής, διαχειριστής
  2. 02 αρχιταμίας
  3. 03 αφεντικό (χαρτοπαικτικής λέσχης)
元祖 がんそ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτεργάτης, πρωτοπόρος, εφευρέτης, ιδρυτής
  2. 02 γενάρχης, πρόγονος, ιδρυτής οικογενειακής δυναστείας
元日 がんじつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη ημέρα του έτους
元旦 がんたん

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοχρονιά, η πρώτη ημέρα του έτους
  2. 02 πρωινά της πρωτοχρονιάς, το πρωί της πρώτης ημέρας του έτους
元ネタ もとネタ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπο (αυτό που παρωδήθηκε ή λειτούργησε ως έμπνευση για κάτι άλλο, κ.λπ.), πηγή
元首 げんしゅ N1

ουσιαστικό

  1. 01 κυρίαρχος, ηγεμόνας, αρχηγός κράτους
元服 げんぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τελετή ενηλικίωσης αγοριού
  2. 02 ξούρισμα φρυδιών, μαύρισμα δοντιών και χτένισμα μαλλιών σε στυλ μαρουμάγκε (για νιόπαντρη γυναίκα, περίοδος Έντο)
元は もとは

άλλο

  1. 01 αρχικά, εξ αρχής, στην αρχή
元老院 げんろういん

ουσιαστικό

  1. 01 γερουσία
元彼 もとかれ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην φίλος, πρώην σύντροφος
元を辿る もとをたどる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανατρέχω στην προέλευση κάποιου πράγματος
元禄 げんろく

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Γκενρόκου (30 Σεπτεμβρίου 1688 - 13 Μαρτίου 1704)
元気出せよ げんきだせよ

άλλο

  1. 01 ξεθύμανε, φτιάξε τη διάθεσή σου
元老 げんろう

ουσιαστικό

  1. 01 γεροντότερος πολιτικός, πρύτανης, παλιός, αυθεντία
  2. 02 γκενρό (μέλος ενός συμβουλευτικού σώματος πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο που συμβούλευε ανεπίσημα τον αυτοκράτορα)
元気よく げんきよく

επίρρημα

  1. 01 χαρούμενα, ζωηρά, σθεναρά, ζωντανά
元夫 もとおっと

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην σύζυγος
元妻 もとつま

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην σύζυγος
元旦那 もとだんな

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην σύζυγος, πρώην άντρας