72 αποτελέσματα για «免»

免停 めんてい

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή αναστολή άδειας οδήγησης
免許状 めんきょじょう

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια, πιστοποιητικό, βεβαίωση, δίπλωμα (που παρέχει την άδεια για διδασκαλία, κ.λπ.)
免疫細胞 めんえきさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσοκύτταρο
免疫抑制剤 めんえきよくせいざい

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσοκατασταλτικό φάρμακο
免税店 めんぜいてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα αφορολόγητων ειδών
免疫反応 めんえきはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσολογική αντίδραση
免疫療法 めんえきりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσοθεραπεία
免許制 めんきょせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα αδειοδότησης
免疫学 めんえきがく

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσολογία
免疫機構 めんえききこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσοποιητικό σύστημα
免疫システム めんえきシステム

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσοποιητικό σύστημα
免役 めんえき

ουσιαστικό

  1. 01 απαλλαγή από καθήκοντα, στρατιωτική θητεία ή φυλάκιση
免疫不全 めんえきふぜん

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσοανεπάρκεια
免官 めんかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόλυση, παύση από τα καθήκοντα
免税品 めんぜいひん

ουσιαστικό

  1. 01 αφορολόγητα είδη
免震 めんしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντισεισμική θεμελίωση, σεισμική απομόνωση βάσης, αντισεισμική μόνωση βάσης, απόσβεση κραδασμών στη βάση ενός κτιρίου
免疫性 めんえきせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανοσία
免租 めんそ

ουσιαστικό

  1. 01 απαλλαγή από τον φόρο
免震構造 めんしんこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα σεισμικής απομόνωσης, δομή απόσβεσης σεισμικών δονήσεων
免許停止 めんきょていし

ουσιαστικό

  1. 01 αναστολή άδειας οδήγησης