25 αποτελέσματα για «兎»
兎角亀毛 とかくきもう
άλλο
- 01 ανύπαρκτα πράγματα, κέρατα λαγού και τρίχωμα χελώνας
兎蝙蝠 うさぎこうもり
ουσιαστικό
- 01 κοινός μακρωτιάς, νυχτερίδα με μακριά αυτιά (Plecotus auritus)
兎死すれば狐これを悲しむ うさぎしすればきつねこれをかなしむ
άλλο, ρήμα
- 01 συμπάσχω με τους ομοίους μου όταν βρίσκονται σε δύσκολη θέση, όταν πεθαίνει το κουνέλι η αλεπού θρηνεί
兎菊 ウサギギク
ουσιαστικό
- 01 αρνίκα της Αλάσκας (Arnica unalascensis)
兎
- 01 κουνέλι
- 02 λαγός