51 αποτελέσματα για «其»
其れこそ それこそ
επίρρημα
- 01 ειδικά, ιδιαίτερα
- 02 σίγουρα, ξεκάθαρα, αναμφισβήτητα
- 03 σαν να, λες και, ακριβώς όπως
其のまま そのまま
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 χωρίς αλλαγή, ως έχει
- 02 ακριβώς όπως, εξαιρετικά όμοιος
- 03 αμέσως, ακριβώς μετά, χωρίς παύση
其れでこそ それでこそ
άλλο
- 01 ακριβώς αυτό που περιμένεις από κάποιον, έτσι είναι (αυτός, αυτή, κ.λπ.), ακριβώς γι' αυτό, αυτή είναι (ακριβώς) η αιτία
其れと それと
σύνδεσμος
- 01 και μετά, επιπλέον, επίσης, ακόμη και έτσι
其れ者 それしゃ
ουσιαστικό
- 01 ειδικός, έμπειρος
- 02 γκέισα, ιερόδουλη
其れ其れ それぞれ
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 ο καθένας, αντιστοίχως
其れ処 それどころ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 όχι ακριβώς, όχι τόσο, δεν είναι δα και τόσο
其れ丈 それだけ
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 τόσο, όσο, σε αυτόν τον βαθμό, μόνο αυτό, μόνο τούτο, τίποτα παραπάνω, αυτό είναι όλο (όταν ολοκληρώνεται ο λόγος)
其れっ切り それっきり
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 όχι περισσότερο από αυτό, με αυτό, ως εκ τούτου, συνολικά
- 02 από τότε, τελειώνοντας εκεί
其れ其れ それそれ
επιφώνημα
- 01 έλα τώρα, βιάσου, γρήγορα
- 02 ναι, σωστά, ακριβώς
其処まで そこまで
άλλο, επιφώνημα
- 01 ως εκεί, τόσο μακριά, μέχρι εκείνο το σημείο
- 02 ως εδώ, ούτε βήμα παραπέρα
其れとも それとも
σύνδεσμος
- 01 ή, ειδάλλως
其れはそうと それはそうと
άλλο
- 01 τέλος πάντων, παρεμπιπτόντως, κατά τα άλλα, λοιπόν, για να αλλάξουμε θέμα
其れも其のはず それもそのはず
άλλο, σύνδεσμος
- 01 δεν είναι καθόλου περίεργο, λογικό είναι, τελικά, όπως αναμενόταν, πράγμα που δεν προκαλεί έκπληξη
其れはそうとして それはそうとして
άλλο
- 01 τέλος πάντων, παρεμπιπτόντως, στην τελική, λοιπόν, αλλάζοντας θέμα
其れと無く それとなく
επίρρημα
- 01 έμμεσα, πλάγια, υπαινικτικά, εμμέσως, περιφραστικά, ανεπίσημα
其れと無しに それとなしに
επίρρημα
- 01 έμμεσα, με πλάγιο τρόπο
其れなればこそ それなればこそ
άλλο
- 01 ακριβώς για αυτόν τον λόγο
其とはなしに それとはなしに
επίρρημα
- 01 έμμεσα,μεσα, υπαινικτικά
其処いら そこいら
αντωνυμία, ουσιαστικό
- 01 εκεί γύρω, εκείνη η περιοχή
- 02 εκείνο, εκείνο το ζήτημα, εκείνο το σημείο
- 03 περίπου τόσο, κατά προσέγγιση εκείνη η ποσότητα, εκεί γύρω