37 αποτελέσματα για «具»
具有 ぐゆう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ετοιμότητα, κατοχή
具眼 ぐがん
ουσιαστικό
- 01 διεισδυτικός, οξυδερκής
具す ぐす
ρήμα
- 01 συνοδεύω, ακολουθώ
- 02 συγκεντρώνω (απαραίτητα αντικείμενα), προετοιμάζω
具眼の士 ぐがんのし
ουσιαστικό
- 01 άνθρωπος με κριτική ικανότητα
具陳 ぐちん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναφέρω λεπτομερώς, επίσημη δήλωση
具象構文 ぐしょうこうぶん
ουσιαστικό
- 01 συγκεκριμένη σύνταξη (της SGML)
具に つぶさに
επίρρημα
- 01 αναλυτικά, με μεγάλη προσοχή, πλήρως, εξαντλητικά
具慈 ぐじ
ουσιαστικό
- 01 πλακώδης ιχθύς (του γένους Branchiostegus), μπλανκίγιο, ιππόκεφαλο ψάρι
具名 ぐめい
ουσιαστικό
- 01 επίσημο πλήρες όνομα
具象美術 ぐしょうびじゅつ
ουσιαστικό
- 01 παραστατική τέχνη
具案 ぐあん
ουσιαστικό
- 01 σύνταξη σχεδίου, προσχέδιο
- 02 συγκεκριμένο σχέδιο
具申書 ぐしんしょ
ουσιαστικό
- 01 πλήρης αναλυτική αναφορά
具格 ぐかく
ουσιαστικό
- 01 οργανική πτώση
具象名詞 ぐしょうめいし
ουσιαστικό
- 01 συγκεκριμένο ουσιαστικό
具象構文引数 ぐしょうこうぶんひきすう
ουσιαστικό
- 01 παράμετρος συγκεκριμένης σύνταξης
具体詩 ぐたいし
ουσιαστικό
- 01 συγκεκριμένη ποίηση
具
- 01 εργαλείο
- 02 σκεύος
- 03 μέσο
- 04 κατέχω
- 05 υλικά
- 06 για μέτρηση πανοπλιών, κοστουμιών, σετ επίπλων