23 αποτελέσματα για «典»

典拠管理 てんきょかんり

ουσιαστικό

  1. 01 καθιέρωση όρων (π.χ. στην καταλογογράφηση βιβλιοθηκών)
典薬頭 てんやくのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχίατρος της αυλής (σύστημα ριτσουριό)
典
  1. 01 κώδικας
  2. 02 τελετή
  3. 03 νόμος
  4. 04 κανόνας