35 αποτελέσματα για «兼»
兼摂 けんせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατέχω παράλληλα ένα αξίωμα, υπηρετώ ταυτόχρονα σε μια επιπλέον θέση
兼勤 けんきん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόσθετη θέση εργασίας, παράλληλη απασχόληση
兼題 けんだい
ουσιαστικό
- 01 θέμα για ποίημα (που ανακοινώνεται πριν από τη συνάντηση ποιητών)
兼轄 けんかつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράλληλη άσκηση αρμοδιότητας (ειδικότερα για πρεσβεία που καλύπτει γειτονικές χώρες), παράλληλη διαπίστευση
兼々 かねがね
επίρρημα
- 01 προ πολλού, ήδη, εδώ και αρκετό καιρό, εδώ και κάποιο διάστημα
兼ねない かねない
άλλο, επίθημα
- 01 είναι απολύτως ικανός να..., υπάρχει πιθανότητα να..., ίσως να..., ενδέχεται να..., θα μπορούσε να..., δεν θα δίσταζε να...
兼官 けんかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατοχή παράλληλων αξιωμάτων, παράλληλο αξίωμα
兼ね仕える かねつかえる
ρήμα
- 01 υπηρετώ ταυτόχρονα
兼ね役 かねやく
ουσιαστικό
- 01 ασκώ δεύτερο επάγγελμα
兼補 けんぽ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ασκώ δεύτερη επαγγελματική δραστηριότητα
兼務寺 けんむじ
ουσιαστικό
- 01 βουδιστικός ναός χωρίς μόνιμο αρχιερέα
兼担 けんたん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατέχω ταυτόχρονα και άλλη θέση, υπηρετώ παράλληλα σε δεύτερο πόστο
兼愛説 けんあいせつ
ουσιαστικό
- 01 καθολική αγάπη (έννοια στον Μοϊσμό)
兼松日産農林 かねまつにっさんのうりん
ουσιαστικό
- 01 Κανεμάτσου Νισάν Νοουρίν Κορπορέισον
兼
- 01 ταυτόχρονα, συγχρόνως
- 02 και
- 03 εκ των προτέρων, πριν
- 04 εκ των προτέρων, προκαταβολικά