37 αποτελέσματα για «冗»

冗長構成 じょうちょうこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονασματική διάταξη
冗員 じょういん

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονάζον προσωπικό, πλεόνασμα εργατικού δυναμικού
  2. 02 άχρηστο προσωπικό
冗長符号 じょうちょうふごう

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός πλεονασμού
冗長度 じょうちょうど

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονασμός (θεωρία πληροφοριών)
冗長系 じょうちょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονάζον σύστημα
冗言 じょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 φλυαρία, περιττά λόγια
冗文 じょうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονασμός, περιττότητα
冗物 じょうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονασμός, περιττό στοιχείο
冗用 じょうよう

ουσιαστικό

  1. 01 περιττή εργασία, άσκοπη δαπάνη
冗多 じょうた

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπερπληθώρα, πλεονασμός
冗筆 じょうひつ

ουσιαστικό

  1. 01 ασήμαντο ζωγραφικό έργο και γραπτό κείμενο
冗長検査 じょうちょうけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος πλεονασμού
冗長出力 じょうちょうしゅつりょく

ουσιαστικό

  1. 01 περιττή έξοδος, αναλυτική έξοδος
冗長電源 じょうちょうでんげん

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονάζον τροφοδοτικό
冗長量 じょうちょうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονασμός (στη θεωρία πληροφοριών)
冗談めかす じょうだんめかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αντιμετωπίζω σαν αστείο, συμπεριφέρομαι παιγνιωδώς
  1. 01 περιττός
  2. 02 αχρηστία