174 αποτελέσματα για «冷»

冷房 れいぼう N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλιματισμός, ψύξη
冷却 れいきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψύξη, κατάψυξη
  2. 02 αποκλιμάκωση (πολιτικής σύγκρουσης κ.λπ.), κατευνασμός
冷え込む ひえこむ

ρήμα

  1. 01 παγώνω, κρυώνω πολύ
  2. 02 νιώθω πολύ κρύο (για το σώμα), διαπερνά το κρύο τα κόκαλά μου
  3. 03 χειροτερεύω (για σχέσεις, οικονομικές συνθήκες κ.λπ.), σημειώνω πτώση
冷やかし ひやかし

ουσιαστικό

  1. 01 πειραγμα, πειρακτική διάθεση, καλαμπούρι
  2. 02 ερώτηση τιμής για το θεαθήναι, χάζεμα βιτρινών, βόλτα στα μαγαζιά χωρίς πρόθεση αγοράς
冷静沈着 れいせいちんちゃく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ψύχραιμος, νηφάλιος και συγκροτημένος, ισορροπημένος και ήρεμος
冷凍庫 れいとうこ

ουσιαστικό

  1. 01 καταψύκτης
冷遇 れいぐう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψυχρή υποδοχή, αφιλόξενη αντιμετώπιση
冷え冷え ひえびえ

επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 με έντονο κρύο (αναφορικά με τη θερμοκρασία)
  2. 02 μοναχικά
  3. 03 ψυχρά (στη συμπεριφορά προς κάποιον)
冷血 れいけつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρότητα, αναλγησία
冷然 れいぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ψυχρός (συμπεριφορά), αδιάφορος, ανάλγητος, απόμακρος
冷めやらぬ さめやらぬ

άλλο

  1. 01 που δεν έχει υποχωρήσει ακόμη, που παραμένει έντονο (συνήθως για συναίσθημα, κατάσταση κ.λπ.)
冷や冷や ひやひや

ρήμα, επίρρημα

  1. 01 νιώθω κρύο
  2. 02 φοβάμαι, τρομάζω, είμαι νευρικός, είμαι ανήσυχος, ανησυχώ, είμαι σε αναμμένα κάρβουνα
冷戦 れいせん

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρός πόλεμος, ο Ψυχρός Πόλεμος
冷や水 ひやみず

ουσιαστικό

  1. 01 κρύο νερό για πόση
冷凍食品 れいとうしょくひん

ουσιαστικό

  1. 01 κατεψυγμένο τρόφιμο
冷え ひえ

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχρότητα, κρύο
冷蔵 れいぞう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψύξη, συντήρηση στο ψυγείο
冷え込み ひえこみ

ουσιαστικό

  1. 01 παγωνιά, αισθητή ψύχρα
  2. 02 οικονομική κάμψη, επιβράδυνση, υποχώρηση, επιδείνωση (σχέσεων)
冷厳 れいげん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αμείλικτος, αυστηρός, λιτός, άκαρδος
冷風 れいふう

ουσιαστικό

  1. 01 κρύος άνεμος, παγωμένο αεράκι, ριπή ψυχρού αέρα