48 αποτελέσματα για «凍»

凍結乾燥 とうけつかんそう

ουσιαστικό

  1. 01 λυοφιλοποίηση, ξηρή ψύξη
凍寒 とうかん

ουσιαστικό

  1. 01 παγετός, τσουχτερό κρύο
凍害 とうがい

ουσιαστικό

  1. 01 παγετόπληκτη ζημιά, ζημιά από παγετό
凍み付く しみつく

ρήμα

  1. 01 παγώνω πάνω σε κάτι, προσκολλούμαι λόγω παγετού
凍結手術 とうけつしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυοχειρουργική
凍結療法 とうけつりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 κρυοθεραπεία
凍瘡 とうそう

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερίνα ύπερ, κρυοπάγημα
凍結胚 とうけつはい

ουσιαστικό

  1. 01 κατεψυγμένο έμβρυο
凍え付く こごえつく

ρήμα

  1. 01 παγώνω πάνω σε κάτι, προσκολλώμαι λόγω πάγου
凍石 とうせき

ουσιαστικό

  1. 01 στεατίτης
凍み豆腐 しみどうふ

ουσιαστικό

  1. 01 παγωμένο τόφου
  2. 02 αποξηραμένο τόφου
凍餒 とうたい

ουσιαστικό

  1. 01 στέρηση, ένδεια
凍て解け いてどけ

ουσιαστικό

  1. 01 απόψυξη του εδάφους την άνοιξη
凍結器 とうけつき

ουσιαστικό

  1. 01 καταψύκτης
凍結資産 とうけつしさん

ουσιαστικό

  1. 01 δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία
凍傷者 とうしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 περίπτωση κρυοπαγήματος
凍肉 とうにく

ουσιαστικό

  1. 01 κατεψυγμένο κρέας
凍港 とうこう

ουσιαστικό

  1. 01 παγωμένο λιμάνι
凍結レファレンス とうけつレファレンス

ουσιαστικό

  1. 01 παγωμένη αναφορά
凍結卵 とうけつらん

ουσιαστικό

  1. 01 κατεψυγμένα ωάρια
  2. 02 κρυοσυντηρημένο ωοκύτταρο, κατεψυγμένο ωάριο