48 αποτελέσματα για «凶»

凶弾に倒れる きょうだんにたおれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πέφτω νεκρός από σφαίρα δολοφόνου
凶変 きょうへん

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφή, δολοφονία, συμφορά, θεομηνία
凶夢 きょうむ

ουσιαστικό

  1. 01 δυσοίωνο όνειρο, κακό όνειρο
凶悪性 きょうあくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ακραία βιαιότητα, ωμότητα, αποτροπιαστική φύση, κακόβουλος χαρακτήρας
凶年 きょうねん

ουσιαστικό

  1. 01 κακή χρονιά, κακή σοδειά
凶漢 きょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 κακοποιός, παράνομος, δολοφόνος
凶具 きょうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 επικίνδυνο όπλο
凶日 きょうじつ

ουσιαστικό

  1. 01 κακότυχη μέρα
凶状持ち きょうじょうもち

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο με ποινικό μητρώο, βίαιος εγκληματίας
凶状 きょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα, αδίκημα, παράπτωμα
凶徒 きょうと

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομος, αντάρτης, ταραχοποιός
凶器準備集合罪 きょうきじゅんびしゅうごうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα της συγκέντρωσης με φονικά όπλα
凶宅 きょうたく

ουσιαστικό

  1. 01 κακότυχο σπίτι
凶悪犯人 きょうあくはんにん

ουσιαστικό

  1. 01 κακούργος, ειδεχθής εγκληματίας
凶荒 きょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 κακή σοδειά, λιμός
凶害 きょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο κακό (κυρίως σε πρόσωπο), ανθρωποκτονία
凶事の兆し きょうじのきざし

ουσιαστικό

  1. 01 οιωνός καταστροφής
凶音 きょういん

ουσιαστικό

  1. 01 δυσάρεστη είδηση (κυρίως για θάνατο)
凶悍 きょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 θηριωδία, αγριότητα
凶歳 きょうさい

ουσιαστικό

  1. 01 χρονιά με κακή σοδειά