28 αποτελέσματα για «凸»
凸多角形 とつたかくけい
ουσιαστικό
- 01 κυρτό πολύγωνο
凸包 とつほう
ουσιαστικό
- 01 κυρτό περίβλημα
凸最適化 とつさいてきか
ουσιαστικό
- 01 κυρτή βελτιστοποίηση
凸待ち とつまち
ουσιαστικό
- 01 αναμονή για κλήση (π.χ. σε ζωντανή μετάδοση)
- 02 αναμονή για επίθεση από άλλη ομάδα
凸する とつする
ρήμα
- 01 επιτίθεμαι, εφορμώ, εισβάλλω
- 02 κατακλύζω μια εταιρεία ή έναν οργανισμό με παράπονα μέσω τηλεφώνου (συνήθως από άτομα που συντονίζονται χαλαρά σε ανώνυμα διαδικτυακά φόρουμ)
凸字 とつじ
ουσιαστικό
- 01 ανάγλυφος χαρακτήρας (για την υποβοήθηση ατόμων με προβλήματα όρασης), ανάγλυφη γραφή
凸凹猛獣狩 でこぼこもうじゅうがり
ουσιαστικό
- 01 Africa Scream (ταινία)
凸
- 01 κυρτός
- 02 προεξοχή
- 03 ανώμαλος