28 αποτελέσματα για «刈»
刈り穂 かりほ
ουσιαστικό
- 01 θερισμένος καρπός, θερισμένα στάχυα ρυζιού
刈払い かりはらい
ουσιαστικό
- 01 ξεχορτάριασμα (πριν από τη δενδροφύτευση)
刈りたて かりたて
ουσιαστικό
- 01 φρεσκοκουρεμένο (γρασίδι), φρεσκοκουρεμένος (μαλλιά), φρεσκοκουρεμένο (μαλλί)
刈り干す かりほす
ρήμα
- 01 θερίζω και αποξηραίνω (στον ήλιο)
刈り根 かりね
ουσιαστικό
- 01 καλαμιά
刈り葺く かりふく
ρήμα
- 01 στρώνω στέγη με άχυρα
刈払機 かりはらいき
ουσιαστικό
- 01 χορτοκοπτικό, θαμνοκοπτικό
刈
- 01 θερίζω
- 02 κόβω
- 03 κουρεύω
- 04 κουρεύω
- 05 κλαδεύω