63 αποτελέσματα για «刑»

刑事訴訟法 けいじそしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 κώδικας ποινικής δικονομίας
刑務所長 けいむしょちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής φυλακών
刑具 けいぐ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλεία βασανισμού
刑事犯 けいじはん

ουσιαστικό

  1. 01 ποινικό αδίκημα, εγκληματική πράξη
刑法学 けいほうがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποινική νομολογία
刑事訴訟 けいじそしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποινική δίωξη
刑事処分 けいじしょぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ποινική κύρωση, ποινική δίωξη
刑事被告人 けいじひこくにん

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορούμενος, εναγόμενος
刑部省 ぎょうぶしょう

ουσιαστικό

  1. 01 Γκιόμπου-σό (υπουργείο δικαιοσύνης, 1869-1871)
  2. 02 Γκιόμπου-σό (υπουργείο δικαιοσύνης υπό το σύστημα ριτσουριό)
刑訴 けいそ

ουσιαστικό

  1. 01 ποινική δίωξη
  2. 02 κώδικας ποινικής δικονομίας
刑事上 けいじじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποινικός
刑事捜査 けいじそうさ

ουσιαστικό

  1. 01 ποινική έρευνα, αστυνομική προανάκριση
刑訴法 けいそほう

ουσιαστικό

  1. 01 κώδικας ποινικής δικονομίας
刑戮 けいりく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τιμωρία, ποινή, εκτέλεση
刑事補償 けいじほしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποινική αποζημίωση
刑法犯 けいほうはん

ουσιαστικό

  1. 01 ποινικό αδίκημα
刑余者 けいよしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην κατάδικος
刑名 けいめい

ουσιαστικό

  1. 01 ονομασίες ποινών
刑余 けいよ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην κατάδικος, άτομο που έχει εκτίσει την ποινή του
  2. 02 ευνούχος
刑事司法 けいじしほう

ουσιαστικό

  1. 01 ποινική δικαιοσύνη