44 αποτελέσματα για «列»

列植 れっしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φύτευση σε σειρά (δέντρων, λουλουδιών, κ.λπ.)
列火 れっか

ουσιαστικό

  1. 01 ιερογλυφικό «φωτιά» στη βάση του χαρακτήρα (ριζικό 86)
列王記上 れつおうきじょう

ουσιαστικό

  1. 01 Α' Βασιλειών (βιβλίο της Αγίας Γραφής)
列氏温度 れっしおんど

ουσιαστικό

  1. 01 κλίμακα θερμοκρασίας Ρεομύρ, βαθμοί Ρεομύρ
列見出し れつみだし

ουσιαστικό

  1. 01 επικεφαλίδα στήλης
列伝体 れつでんたい

ουσιαστικό

  1. 01 βιογραφικό ύφος
列王記下 れつおうきか

ουσιαστικό

  1. 01 Δεύτερο Βιβλίο των Βασιλέων (βιβλίο της Αγίας Γραφής)
列ピッチ れつピッチ

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση μεταξύ σειρών
列ベクトル れつベクトル

ουσιαστικό

  1. 01 διάνυσμα στήλης
列挙分類体系 れっきょぶんるいたいけい

ουσιαστικό

  1. 01 απαριθμητικό σύστημα ταξινόμησης
列番号 れつばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός στήλης
列変数 れつへんすう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβλητή συμβολοσειράς
列方行奇偶検査 れつほうこうきぐうけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος οριζόντιας ισοτιμίας
列福 れっぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οσιοποίηση
列車電話 れっしゃでんわ

ουσιαστικό

  1. 01 τηλέφωνο τρένου, σιδηροδρομικό ραδιοτηλέφωνο
列立 れつりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράταξη σε σειρά, σχηματισμός σε στήλη
列次 れつじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σειρά, ακολουθία, προτεραιότητα
列品 れっぴん

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεμα, αντικείμενο σε κοινή θέα, έκθεμα επίδειξης
列幅 れつはば

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτος στήλης
列挙型 れっきょがた

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμήσιμος τύπος δεδομένων, τύπος απαρίθμησης, ενούμ