133 αποτελέσματα για «制»

制御下 せいぎょか

ουσιαστικό

  1. 01 υπό έλεγχο
制空権 せいくうけん

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος του εναέριου χώρου, αεροπορική υπεροχή
制御システム せいぎょシステム

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα ελέγχου
制式 せいしき

ουσιαστικό

  1. 01 καθορισμένο στυλ, προκαθορισμένο πρότυπο, επίσημος τύπος, κανόνας
制御系 せいぎょけい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα ελέγχου
制作費 せいさくひ

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος παραγωγής
制限速度 せいげんそくど

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατο επιτρεπτό όριο ταχύτητας
制空 せいくう

ουσιαστικό

  1. 01 αεροπορική υπεροχή
制御盤 せいぎょばん

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας ελέγχου, κιβώτιο διακοπτών
制限付き せいげんつき

άλλο

  1. 01 περιορισμένος, δεσμευμένος
制海権 せいかいけん

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος της θάλασσας, κυριαρχία στη θάλασσα
制服デート せいふくデート

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ραντεβού φορώντας σχολική στολή
制御権 せいぎょけん

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος, δικαίωμα ελέγχου
制御プログラム せいぎょプログラム

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα ελέγχου
制札 せいさつ

ουσιαστικό

  1. 01 πινακίδες με απαγορευτικά διατάγματα τοποθετημένες στην άκρη του δρόμου
制服組 せいふくぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 ένστολο προσωπικό
制御卓 せいぎょたく

ουσιαστικό

  1. 01 κονσόλα ελέγχου
制度化 せいどか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θεσμοθέτηση (μιας πρακτικής), συστηματοποίηση, συστηματική εφαρμογή
制御端末 せいぎょたんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 τερματικό ελέγχου
制汗剤 せいかんざい

ουσιαστικό

  1. 01 αποσμητικό