24 αποτελέσματα για «剛»

剛体力学 ごうたいりきがく

ουσιαστικό

  1. 01 δυναμική στερεού σώματος
剛性率 ごうせいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρο διάτμησης, μέτρο ακαμψίας
剛柔流 ごうじゅうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Γκοτζού-ριού (σχολή καράτε)
  1. 01 γερός, στιβαρός
  2. 02 δύναμη, σθένος