36 αποτελέσματα για «劇»
劇場型犯罪 げきじょうがたはんざい
ουσιαστικό
- 01 εντυπωσιοθηρικό έγκλημα που μετατρέπεται σε γεγονός για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, θεατρικό έγκλημα
劇中劇 げきちゅうげき
ουσιαστικό
- 01 θέατρο εν θεάτρω
劇映画 げきえいが
ουσιαστικό
- 01 δραματική ταινία
劇団四季 げきだんしき
ουσιαστικό
- 01 Θεατρικός οργανισμός Γκεκιντάν Σίκι
劇化 げきか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δραματοποίηση
劇通 げきつう
ουσιαστικό
- 01 ειδικός του θεάτρου
劇場街 げきじょうがい
ουσιαστικό
- 01 θεατρική συνοικία, θεατρική γειτονιά
劇談 げきだん
ουσιαστικό
- 01 συζήτηση για το δράμα
劇文学 げきぶんがく
ουσιαστικό
- 01 δραματική λογοτεχνία
劇道 げきどう
ουσιαστικό
- 01 δράμα, δραματική τέχνη
劇場通い げきじょうがよい
ουσιαστικό
- 01 συχνή παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων
劇伴 げきばん
ουσιαστικό
- 01 μουσική επένδυση (σε ταινία, τηλεοπτική σειρά, κ.λπ.)
劇暑 げきしょ
ουσιαστικό
- 01 φοβερή ζέστη, έντονη ζέστη, αποπνικτική ζέστη
劇剤 げきざい
ουσιαστικό
- 01 ισχυρό φάρμακο, δραστικό δηλητήριο
劇場型勧誘 げきじょうがたかんゆう
ουσιαστικό
- 01 προώθηση δόλιων επενδυτικών σχημάτων με τη χρήση εντυπωσιακών φυλλαδίων, τηλεφωνημάτων κ.λπ.
劇
- 01 δράμα
- 02 θεατρικό έργο